προδιάθεση
•
- η τάση που έχει κάποιος να κάνει κάτι (έμφυτη ή επίκτητη) Βικιλεξικό
- η ψυχική διάθεση κάποιου προς πρόσωπα, ιδεολογίες ή καταστάσεις, σωστή ή λανθασμένη, που έχει δημιουργηθεί εκ των προτέρων Βικιλεξικό
- ιατρικήη τάση κάποιου να προσβάλλεται από ορισμένες ασθένειες, η ευπάθεια που έχει προς αυτές Βικιλεξικό
- παιδιά με παχύσαρκους γονείς μπορεί να κληρονομήσουν την προδιάθεση για υπερβαρότητα μέσω γονιδίων που επηρεάζουν τον μεταβολισμό και την αποθήκευση λίπους (Σταύρος Θεοδωράκης, Άρης Βουρβούλιας, 14 σκιές και αλήθειες της Ελλάδας, 2025, σελ. 1862)
Ετυμολογία
προδιάθεση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή προδιάθεσις < προδιατίθημι < αρχαία ελληνική πρό + διατίθημι. Μορφολογικά, προ-, διάθεση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προδιάθεση | προδιαθέσεις |
| Γενική | προδιάθεσης | προδιαθέσεων |
| Αιτιατική | προδιάθεση | προδιαθέσεις |
| Κλητική | προδιάθεση | προδιαθέσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →