Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προκαλώ

/pɾo.kaˈlo/ρήμα
•
  1. γίνομαι η αιτία ενός γεγονότος, ασθένειας, συναισθήματος, δημιουργώ κάτι, προξενώ κάτι, επιφέρω Βικιλεξικό
    • το κάπνισμα προκαλεί καρκίνο
    • το γεγονός αυτό προκαλεί ανησυχία
    • Παρ'όλο που αρκετοί ιοί φαίνεται να προκαλούν διάρροια στις στρουθοκαμήλους (παραμυξοϊός, ρεοϊός, ερπητοϊός, birna-like ιός, εντεροϊός, αδενοϊός και κοροναϊός), η συχνότητα με την οποία αυτοί απαντούν είναι άγνωστη. (Δελτίον της Ελληνικής Κτηνιατρικής Εταιρείας, τόμος 52, 2001)
  2. καλώ κάποιον σε αντιπαράθεση Βικιλεξικό
    • σε προκαλώ να απαντήσεις!
  3. έχω προκλητική στάση Βικιλεξικό
    • οι οπαδοί της μιας ομάδας προκαλούσαν τους άλλους με βρισιές και χειρονομίες
  4. έχω προκλητική στάση Βικιλεξικό
    • αυτή η επίδειξη πλούτου προκαλεί το κοινό αίσθημα
  5. έχω προκλητική στάση Βικιλεξικό
    • ντύνεται έτσι γιατί του αρέσει να προκαλεί

Ετυμολογία

προκαλώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προκαλῶ (καλώ να βγει μπροστά), συνηρημένος τύπος του προκαλέω (συνήθως στη μέση φωνή προκαλοῦμαι) < προ- + καλέω / καλῶ

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπροκαλώπροκαλείςπροκαλείπροκαλούμεπροκαλείτεπροκαλούν / προκαλούνε
Παρατατικόςπροκαλούσαπροκαλούσεςπροκαλούσεπροκαλούσαμεπροκαλούσατεπροκαλούσαν / προκαλούσανε
Αόριστοςπροκάλησαπροκάλησεςπροκάλησεπροκαλήσαμεπροκαλήσατεπροκάλησαν / προκαλήσαν / προκαλήσανε
Μέλλονταςθα προκαλήσω / θα προκαλώθα προκαλήσεις / θα προκαλείςθα προκαλήσει / θα προκαλείθα προκαλήσουμε / θα προκαλούμεθα προκαλήσετε / θα προκαλείτεθα προκαλήσουν / θα προκαλήσουνε / θα προκαλούν / θα προκαλούνε
Παρακείμενοςέχω προκαλήσειέχεις προκαλήσειέχει προκαλήσειέχουμε προκαλήσει——
Υπερσυντέλικοςείχα προκαλήσειείχες προκαλήσειείχε προκαλήσειείχαμε προκαλήσει——
Υποτακτικήνα έχω προκαλήσει / να προκαλήσω / να προκαλώνα έχεις προκαλήσει / να προκαλήσεις / να προκαλείςνα έχει προκαλήσει / να προκαλήσει / να προκαλείνα έχουμε προκαλήσει / να προκαλήσουμε / να προκαλούμενα προκαλήσετε / να προκαλείτενα προκαλήσουν / να προκαλήσουνε / να προκαλούν / να προκαλούνε
Προστακτική—έχε προκαλημένο / προκάλησε——προκαλήστε / προκαλείτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

προκαλούμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →