προκαλώ
•
- γίνομαι η αιτία ενός γεγονότος, ασθένειας, συναισθήματος, δημιουργώ κάτι, προξενώ κάτι, επιφέρω Βικιλεξικό
- το κάπνισμα προκαλεί καρκίνο
- το γεγονός αυτό προκαλεί ανησυχία
- Παρ'όλο που αρκετοί ιοί φαίνεται να προκαλούν διάρροια στις στρουθοκαμήλους (παραμυξοϊός, ρεοϊός, ερπητοϊός, birna-like ιός, εντεροϊός, αδενοϊός και κοροναϊός), η συχνότητα με την οποία αυτοί απαντούν είναι άγνωστη. (Δελτίον της Ελληνικής Κτηνιατρικής Εταιρείας, τόμος 52, 2001)
- καλώ κάποιον σε αντιπαράθεση Βικιλεξικό
- σε προκαλώ να απαντήσεις!
- έχω προκλητική στάση Βικιλεξικό
- οι οπαδοί της μιας ομάδας προκαλούσαν τους άλλους με βρισιές και χειρονομίες
- έχω προκλητική στάση Βικιλεξικό
- αυτή η επίδειξη πλούτου προκαλεί το κοινό αίσθημα
- έχω προκλητική στάση Βικιλεξικό
- ντύνεται έτσι γιατί του αρέσει να προκαλεί
Ετυμολογία
προκαλώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προκαλῶ (καλώ να βγει μπροστά), συνηρημένος τύπος του προκαλέω (συνήθως στη μέση φωνή προκαλοῦμαι) < προ- + καλέω / καλῶ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προκαλώ | προκαλείς | προκαλεί | προκαλούμε | προκαλείτε | προκαλούν / προκαλούνε |
| Παρατατικός | προκαλούσα | προκαλούσες | προκαλούσε | προκαλούσαμε | προκαλούσατε | προκαλούσαν / προκαλούσανε |
| Αόριστος | προκάλησα | προκάλησες | προκάλησε | προκαλήσαμε | προκαλήσατε | προκάλησαν / προκαλήσαν / προκαλήσανε |
| Μέλλοντας | θα προκαλήσω / θα προκαλώ | θα προκαλήσεις / θα προκαλείς | θα προκαλήσει / θα προκαλεί | θα προκαλήσουμε / θα προκαλούμε | θα προκαλήσετε / θα προκαλείτε | θα προκαλήσουν / θα προκαλήσουνε / θα προκαλούν / θα προκαλούνε |
| Παρακείμενος | έχω προκαλήσει | έχεις προκαλήσει | έχει προκαλήσει | έχουμε προκαλήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προκαλήσει | είχες προκαλήσει | είχε προκαλήσει | είχαμε προκαλήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προκαλήσει / να προκαλήσω / να προκαλώ | να έχεις προκαλήσει / να προκαλήσεις / να προκαλείς | να έχει προκαλήσει / να προκαλήσει / να προκαλεί | να έχουμε προκαλήσει / να προκαλήσουμε / να προκαλούμε | να προκαλήσετε / να προκαλείτε | να προκαλήσουν / να προκαλήσουνε / να προκαλούν / να προκαλούνε |
| Προστακτική | — | έχε προκαλημένο / προκάλησε | — | — | προκαλήστε / προκαλείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
προκαλούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →