προσήμανση
•
- η ενέργεια του προσημαίνω, το να προλέγω τα μελλούμενα Βικιλεξικό
- η εκ των προτέρων σήμανση σε κάτι που πρέπει να γίνει Βικιλεξικό
- προσήμανση υλοτομητέων δέντρων
- γενικότεραπροϊδεασμός, προειδοποίηση Βικιλεξικό
- (φιλολογία) μέρος φιλολογικού έργου με νύξεις για το τι επακολουθεί
Ετυμολογία
προσήμανση < ελληνιστική κοινή προσήμανσις < αρχαία ελληνική προσημαίνω < πρό + σημαίνω < σῆμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προσήμανση | προσημάνσεις |
| Γενική | προσήμανσης | προσημάνσεων |
| Αιτιατική | προσήμανση | προσημάνσεις |
| Κλητική | προσήμανση | προσημάνσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →