προσημαίνω
•
- λόγιοσημαίνω / βάζω ιδιαίτερο διακριτικό σημάδι εκ των προτέρων Βικιλεξικό
- φιλολογίαφανερώνω σημάδια ή ενδείξεις για την εξέλιξη, για το μέλλον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσημαίνω < αρχαία ελληνική προσημαίνω < πρό + σημαίνω < σῆμα
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προσημαίνω | προσημαίνεις | προσημαίνει | προσημαίνουμε | προσημαίνετε | προσημαίνουν / προσημαίνουνε |
| Παρατατικός | προσήμαινα | προσήμαινες | προσήμαινε | προσημαίναμε | προσημαίνατε | προσήμαιναν / προσημαίναν / προσημαίνανε |
| Αόριστος | προσήμανα | προσήμανες | προσήμανε | προσημάναμε | προσημάνατε | προσήμαναν / προσημάναν / προσημάνανε |
| Μέλλοντας | θα προσημάνω / θα προσημαίνω | θα προσημάνεις / θα προσημαίνεις | θα προσημάνει / θα προσημαίνει | θα προσημάνουμε / θα προσημαίνουμε | θα προσημάνετε / θα προσημαίνετε | θα προσημάνουν / θα προσημάνουνε / θα προσημαίνουν / θα προσημαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω προσημάνει | έχεις προσημάνει | έχει προσημάνει | έχουμε προσημάνει | έχετε προσημάνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προσημάνει | είχες προσημάνει | είχε προσημάνει | είχαμε προσημάνει | είχατε προσημάνει | — |
| Υποτακτική | να έχω προσημάνει / να προσημάνω / να προσημαίνω | να έχεις προσημάνει / να προσημάνεις / να προσημαίνεις | να έχει προσημάνει / να προσημάνει / να προσημαίνει | να έχουμε προσημάνει / να προσημάνουμε / να προσημαίνουμε | να έχετε προσημάνει / να προσημάνετε / να προσημαίνετε | να προσημάνουν / να προσημάνουνε / να προσημαίνουν / να προσημαίνουνε |
| Προστακτική | — | προσήμαινε / προσήμανε | — | — | προσημάνετε / προσημαίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →