προσαρμογή
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προσαρμόζω Βικιλεξικό
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προσαρμόζω Βικιλεξικό
- πληροφορικήβλ. συνώνυμο ρύθμιση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσαρμογή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή προσαρμογή : (έννοια τροποποίησης) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική adaptation
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προσαρμογή | προσαρμογές |
| Γενική | προσαρμογής | προσαρμογών |
| Αιτιατική | προσαρμογή | προσαρμογές |
| Κλητική | προσαρμογή | προσαρμογές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →