Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσγειάλωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ναυτικός όρος: προσέγγιση ακτής από τη θάλασσα, για οποιοδήποτε σκοπό π.χ. όρμιση, αγκυροβολία, ελλιμενισμός, διάπλους πορθμού, διώρυγας κ.λπ. Βικιλεξικό
  2. ναυτικός όρος: ειδικότερα, η προσέγγιση και προσεδάφιση σε αμμώδη ακτή αποβατικών πλοίων π.χ. αρματαγωγών, οπλιταγωγών, οχηματαγωγών, πορθμείων κ.λπ. Βικιλεξικό
    • η προσγειάλωση απαιτεί πολύ καλή γνώση ακτοπλοΐας και χρήση κάθε παρεχόμενου ναυτιλιακού βοηθήματος, (ναυτικός χάρτης, πλοηγός, ραντάρ, διοπτεύσεις κ.λπ.)

Ετυμολογία

προσγειάλωση < προσγειαλώνω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπροσγειάλωσηπροσγειαλώσεις
Γενικήπροσγειάλωσηςπροσγειαλώσεων
Αιτιατικήπροσγειάλωσηπροσγειαλώσεις
Κλητικήπροσγειάλωσηπροσγειαλώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →