προσγειάλωση
•
- ναυτικός όρος: προσέγγιση ακτής από τη θάλασσα, για οποιοδήποτε σκοπό π.χ. όρμιση, αγκυροβολία, ελλιμενισμός, διάπλους πορθμού, διώρυγας κ.λπ. Βικιλεξικό
- ναυτικός όρος: ειδικότερα, η προσέγγιση και προσεδάφιση σε αμμώδη ακτή αποβατικών πλοίων π.χ. αρματαγωγών, οπλιταγωγών, οχηματαγωγών, πορθμείων κ.λπ. Βικιλεξικό
- η προσγειάλωση απαιτεί πολύ καλή γνώση ακτοπλοΐας και χρήση κάθε παρεχόμενου ναυτιλιακού βοηθήματος, (ναυτικός χάρτης, πλοηγός, ραντάρ, διοπτεύσεις κ.λπ.)
Ετυμολογία
προσγειάλωση < προσγειαλώνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προσγειάλωση | προσγειαλώσεις |
| Γενική | προσγειάλωσης | προσγειαλώσεων |
| Αιτιατική | προσγειάλωση | προσγειαλώσεις |
| Κλητική | προσγειάλωση | προσγειαλώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →