προσεπικυρωτικός
•
- λόγιοπου έχει σχέση με προσεπικύρωση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσεπικυρωτικός < προσεπικυρώνω + -τικός < μεσαιωνική ελληνική προσεπικυρόω < αρχαία ελληνική πρός + ἐπικυρόω < κυρόω < κῦρος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσεπικυρωτικός | προσεπικυρωτική | προσεπικυρωτικό |
| Γενική | προσεπικυρωτικού | προσεπικυρωτικής | προσεπικυρωτικού |
| Αιτιατική | προσεπικυρωτικό | προσεπικυρωτική | προσεπικυρωτικό |
| Κλητική | προσεπικυρωτικέ | προσεπικυρωτική | προσεπικυρωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσεπικυρωτικοί | προσεπικυρωτικές | προσεπικυρωτικά |
| Γενική | προσεπικυρωτικών | προσεπικυρωτικών | προσεπικυρωτικών |
| Αιτιατική | προσεπικυρωτικούς | προσεπικυρωτικές | προσεπικυρωτικά |
| Κλητική | προσεπικυρωτικοί | προσεπικυρωτικές | προσεπικυρωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →