προσεπικυρώνω
•
- λόγιοεπικυρώνω επιπρόσθετα ή με επίσημο τρόπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσεπικυρώνω < μεσαιωνική ελληνική προσεπικυρόω < αρχαία ελληνική πρός + ἐπικυρόω < κυρόω < κῦρος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προσεπικυρώνω | προσεπικυρώνεις | προσεπικυρώνει | προσεπικυρώνουμε | προσεπικυρώνετε | προσεπικυρώνουν / προσεπικυρώνουνε |
| Παρατατικός | προσεπικύρωνα | προσεπικύρωνες | προσεπικύρωνε | προσεπικυρώναμε | προσεπικυρώνατε | προσεπικυρώναν / προσεπικυρώνανε / προσεπικύρωναν |
| Αόριστος | προσεπικύρωσα | προσεπικύρωσες | προσεπικύρωσε | προσεπικυρώσαμε | προσεπικυρώσατε | προσεπικυρώσαν / προσεπικυρώσανε / προσεπικύρωσαν |
| Μέλλοντας | θα προσεπικυρώνω / θα προσεπικυρώσω | θα προσεπικυρώνεις / θα προσεπικυρώσεις | θα προσεπικυρώνει / θα προσεπικυρώσει | θα προσεπικυρώνουμε / θα προσεπικυρώσουμε | θα προσεπικυρώνετε / θα προσεπικυρώσετε | θα προσεπικυρώνουν / θα προσεπικυρώνουνε / θα προσεπικυρώσουν / θα προσεπικυρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω προσεπικυρώσει | έχεις προσεπικυρώσει | έχει προσεπικυρώσει | έχουμε προσεπικυρώσει | έχετε προσεπικυρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προσεπικυρώσει | είχες προσεπικυρώσει | είχε προσεπικυρώσει | είχαμε προσεπικυρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προσεπικυρώσει / να προσεπικυρώνω / να προσεπικυρώσω | να έχεις προσεπικυρώσει / να προσεπικυρώνεις / να προσεπικυρώσεις | να έχει προσεπικυρώσει / να προσεπικυρώνει / να προσεπικυρώσει | να έχουμε προσεπικυρώσει / να προσεπικυρώνουμε / να προσεπικυρώσουμε | να έχετε προσεπικυρώσει / να προσεπικυρώνετε / να προσεπικυρώσετε | να προσεπικυρώνουν / να προσεπικυρώνουνε / να προσεπικυρώσουν / να προσεπικυρώσουνε |
| Προστακτική | — | προσεπικύρωνε / προσεπικύρωσε | — | — | προσεπικυρώνετε / προσεπικυρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →