προσκομίζω
•
- φέρνω κάτι σε κάποιον, προσφέρω Βικιλεξικό
- παρουσιάζω Βικιλεξικό
- κάνω την τελετή της προσκομιδής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσκομίζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προσκομίζω | προσκομίζεις | προσκομίζει | προσκομίζουμε | προσκομίζετε | προσκομίζουν / προσκομίζουνε |
| Παρατατικός | προσκόμιζα | προσκόμιζες | προσκόμιζε | προσκομίζαμε | προσκομίζατε | προσκομίζαν / προσκομίζανε / προσκόμιζαν |
| Αόριστος | προσκόμισα | προσκόμισες | προσκόμισε | προσκομίσαμε | προσκομίσατε | προσκομίσαν / προσκομίσανε / προσκόμισαν |
| Μέλλοντας | θα προσκομίζω / θα προσκομίσω | θα προσκομίζεις / θα προσκομίσεις | θα προσκομίζει / θα προσκομίσει | θα προσκομίζουμε / θα προσκομίσουμε | θα προσκομίζετε / θα προσκομίσετε | θα προσκομίζουν / θα προσκομίζουνε / θα προσκομίσουν / θα προσκομίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω προσκομίσει | έχεις προσκομίσει | έχει προσκομίσει | έχουμε προσκομίσει | έχετε προσκομίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προσκομίσει | είχες προσκομίσει | είχε προσκομίσει | είχαμε προσκομίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προσκομίσει / να προσκομίζω / να προσκομίσω | να έχεις προσκομίσει / να προσκομίζεις / να προσκομίσεις | να έχει προσκομίσει / να προσκομίζει / να προσκομίσει | να έχουμε προσκομίσει / να προσκομίζουμε / να προσκομίσουμε | να έχετε προσκομίσει / να προσκομίζετε / να προσκομίσετε | να προσκομίζουν / να προσκομίζουνε / να προσκομίσουν / να προσκομίσουνε |
| Προστακτική | — | προσκόμιζε / προσκόμισε | — | — | προσκομίζετε / προσκομίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →