Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρόθεση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η συνειδητή βούληση που κινητοποιεί κάποιον να τείνει προς κάποιον σκοπό Βικιλεξικό
    • Δεν είχα την πρόθεση να σε προσβάλω.
    • Έχω την πρόθεση να κάνω κάτι.
  2. γραμματικήάκλιτη λέξη που μπαίνει μπροστά από ονόματα ή επιρρήματα για να φανερώσει μαζί τους τόπο, χρόνο, αιτία, τρόπο, κλπ.· μπορεί επίσης να συντεθεί με άλλες λέξεις και να μεταβάλει έτσι την έννοιά τους Βικιλεξικό
    • <μερικές προθέσεις της νέας ελληνικής, όπως η «αντί» και η «μεταξύ», συντάσσονται με γενική.
  3. ιατρικήμηχανισμός που χρησιμεύει στην αντικατάσταση ενός μέλους του σώματος ή ενός οργάνου Βικιλεξικό
  4. εκκλησιαστικός όροςη παρουσίαση των τίμιων δώρων στο ιερό για τη θεία ευχαριστία Βικιλεξικό
    • (συνεκδοχικά) η αγία τράπεζα
  5. αρχιτεκτονικήχώρος στα αριστερά (βόρεια) του ιερού, που συχνά καταλήγει σε μικρή αψίδα, όπως και το διακονικό στην άλλη πλευρά του ιερού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρόθεση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πρόθεσις < προτίθημι < πρό (μπροστά) + τίθημι (βάζω) :* για τη γραμματική και για τον εκκληστιαστικό όρο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πρόθεσις < αρχαία ελληνική πρόθεσις :* για την ιατρική < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική prothèse < υστερολατινική prothesis, prosthesis < ελληνιστική κοινή πρόσθεσις με παρασύνδεση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπρόθεσηπροθέσεις
Γενικήπρόθεσηςπροθέσεων
Αιτιατικήπρόθεσηπροθέσεις
Κλητικήπρόθεσηπροθέσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →