προσυλλογισμός
•
- λογικήσυλλογισμός, το συμπέρασμα του οποίου αποτελεί προκείμενη άλλου συλλογισμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσυλλογισμός < αρχαία ελληνική προσυλλογίζομαι < συλλογίζομαι < λογίζομαι < λόγος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προσυλλογισμός | προσυλλογισμοί |
| Γενική | προσυλλογισμού | προσυλλογισμών |
| Αιτιατική | προσυλλογισμό | προσυλλογισμούς |
| Κλητική | προσυλλογισμέ | προσυλλογισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →