προσυλλογίζομαι
•
- αποθετικό ρήμασυλλογίζομαι από πριν, εκ των προτέρων Βικιλεξικό
- αποθετικό ρήμασυμπεραίνω χρησιμοποιώντας προσυλλογισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσυλλογίζομαι < αρχαία ελληνική προσυλλογίζομαι < συλλογίζομαι < λογίζομαι < λόγος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προσυλλογίζομαι | προσυλλογίζεσαι | προσυλλογίζεται | προσυλλογιζόμαστε | προσυλλογίζεστε | προσυλλογίζονται |
| Παρατατικός | προσυλλογιζόμουν / προσυλλογιζόμουνα | προσυλλογιζόσουν / προσυλλογιζόσουνα | προσυλλογιζόταν / προσυλλογιζότανε | προσυλλογιζόμασταν / προσυλλογιζόμαστε | προσυλλογιζόσασταν / προσυλλογιζόσαστε | προσυλλογίζονταν / προσυλλογιζόντουσαν |
| Αόριστος | προσυλλογίστηκα | προσυλλογίστηκες | προσυλλογίστηκε | προσυλλογιστήκαμε | προσυλλογιστήκατε | προσυλλογίστηκαν / προσυλλογιστήκαν / προσυλλογιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα προσυλλογίζομαι / θα προσυλλογιστώ | θα προσυλλογίζεσαι / θα προσυλλογιστείς | θα προσυλλογίζεται / θα προσυλλογιστεί | θα προσυλλογιζόμαστε / θα προσυλλογιστούμε | θα προσυλλογίζεστε / θα προσυλλογιστείτε | θα προσυλλογίζονται / θα προσυλλογιστούν / θα προσυλλογιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω προσυλλογιστεί | έχεις προσυλλογιστεί | έχει προσυλλογιστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προσυλλογιστεί | είχες προσυλλογιστεί | είχε προσυλλογιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προσυλλογιστεί / να προσυλλογίζομαι / να προσυλλογιστώ | να έχεις προσυλλογιστεί / να προσυλλογίζεσαι / να προσυλλογιστείς | να έχει προσυλλογιστεί / να προσυλλογίζεται / να προσυλλογιστεί | να προσυλλογιζόμαστε / να προσυλλογιστούμε | να προσυλλογίζεστε / να προσυλλογιστείτε | να προσυλλογίζονται / να προσυλλογιστούν / να προσυλλογιστούνε |
| Προστακτική | — | προσυλλογίζου / προσυλλογίσου | — | — | προσυλλογίζεστε / προσυλλογιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →