Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσωποποίηση

/pɾo.so.poˈpi.i.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. σχήμα λόγουτο να προσδίδεις προσωπικά χαρακτηριστικά σε ένα αντικείμενο Βικιλεξικό
    • παράδειγμα: ραγίσαν κι οι πέτρες απ' το μοιρολόι της μάνας
  2. το να προσδίδεις προσωπικά χαρακτηριστικά σε ένα αντικείμενο Βικιλεξικό
    • η πεθερά μου είναι η προσωποποίηση της κακίας

Ετυμολογία

προσωποποίηση < πρόσωπ(ο) + -ο- + ποίηση (σις), (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική personnification. Διαφορετικό το ελληνιστικό προσωποίησις (ομιλία με προσωπικές παρατηρήσεις)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπροσωποποίησηπροσωποποιήσεις
Γενικήπροσωποποίησηςπροσωποποιήσεων
Αιτιατικήπροσωποποίησηπροσωποποιήσεις
Κλητικήπροσωποποίησηπροσωποποιήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →