προσωποποίηση
•
- σχήμα λόγουτο να προσδίδεις προσωπικά χαρακτηριστικά σε ένα αντικείμενο Βικιλεξικό
- παράδειγμα: ραγίσαν κι οι πέτρες απ' το μοιρολόι της μάνας
- το να προσδίδεις προσωπικά χαρακτηριστικά σε ένα αντικείμενο Βικιλεξικό
- η πεθερά μου είναι η προσωποποίηση της κακίας
Ετυμολογία
προσωποποίηση < πρόσωπ(ο) + -ο- + ποίηση (σις), (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική personnification. Διαφορετικό το ελληνιστικό προσωποίησις (ομιλία με προσωπικές παρατηρήσεις)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προσωποποίηση | προσωποποιήσεις |
| Γενική | προσωποποίησης | προσωποποιήσεων |
| Αιτιατική | προσωποποίηση | προσωποποιήσεις |
| Κλητική | προσωποποίηση | προσωποποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →