πρωθυπουργός
•
- πολιτικήεπικεφαλής (πρόεδρος) της κυβέρνησης και του υπουργικού συμβουλίου Βικιλεξικό
- Στη νοσταλγία των φίφτις αυτοί αντέταξαν την επικαιρότητα των έιτις. Στις υπερπαραγωγές της «Σιτροέν» αυτοί έβαλαν ένα «Φολκσβάγκεν» να πέφτει κάτω, ανοίγοντας μια τρύπα. Στις μπανιέρες και τα αυτόματα πλυντήρια της εποχής της Πέγκυ Σου αυτοί έβαλαν τη μέση αγγλίδα νοικοκυρά να πανικοβάλλεται με την κορούλα της, Μάργκαρετ, που τρώει την τάδε μάρκα μπιζελιών και ονειρεύεται όταν μεγαλώσει να γίνει πρωθυπουργός. (Τσχυδρόμος, τεύχη 45-48, 1991, σελ. 61)
Ετυμολογία
πρωθυπουργός < (πρώτος) πρωθ- + υπουργός (ὑπουργός, δασυνόμενη λέξη), μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική premier ministre
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρωθυπουργός | πρωθυπουργοί |
| Γενική | πρωθυπουργού | πρωθυπουργών |
| Αιτιατική | πρωθυπουργό | πρωθυπουργούς |
| Κλητική | πρωθυπουργέ | πρωθυπουργοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →