πρωιμοθερίζω
•
- κυριολεκτικάθερίζω κάτι πρώιμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρωιμοθερίζω < πρώιμος + -ο- + θερίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πρωιμοθερίζω | πρωιμοθερίζεις | πρωιμοθερίζει | πρωιμοθερίζουμε | πρωιμοθερίζετε | πρωιμοθερίζουν / πρωιμοθερίζουνε |
| Παρατατικός | πρωιμοθέριζα | πρωιμοθέριζες | πρωιμοθέριζε | πρωιμοθερίζαμε | πρωιμοθερίζατε | πρωιμοθέριζαν / πρωιμοθερίζαν / πρωιμοθερίζανε |
| Αόριστος | πρωιμοθέρισα | πρωιμοθέρισες | πρωιμοθέρισε | πρωιμοθερίσαμε | πρωιμοθερίσατε | πρωιμοθέρισαν / πρωιμοθερίσαν / πρωιμοθερίσανε |
| Μέλλοντας | θα πρωιμοθερίζω / θα πρωιμοθερίσω | θα πρωιμοθερίζεις / θα πρωιμοθερίσεις | θα πρωιμοθερίζει / θα πρωιμοθερίσει | θα πρωιμοθερίζουμε / θα πρωιμοθερίσουμε | θα πρωιμοθερίζετε / θα πρωιμοθερίσετε | θα πρωιμοθερίζουν / θα πρωιμοθερίζουνε / θα πρωιμοθερίσουν / θα πρωιμοθερίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πρωιμοθερίσει | έχεις πρωιμοθερίσει | έχει πρωιμοθερίσει | έχουμε πρωιμοθερίσει | έχετε πρωιμοθερίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πρωιμοθερίσει | είχες πρωιμοθερίσει | είχε πρωιμοθερίσει | είχαμε πρωιμοθερίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πρωιμοθερίσει / να πρωιμοθερίζω / να πρωιμοθερίσω | να έχεις πρωιμοθερίσει / να πρωιμοθερίζεις / να πρωιμοθερίσεις | να έχει πρωιμοθερίσει / να πρωιμοθερίζει / να πρωιμοθερίσει | να έχουμε πρωιμοθερίσει / να πρωιμοθερίζουμε / να πρωιμοθερίσουμε | να έχετε πρωιμοθερίσει / να πρωιμοθερίζετε / να πρωιμοθερίσετε | να πρωιμοθερίζουν / να πρωιμοθερίζουνε / να πρωιμοθερίσουν / να πρωιμοθερίσουνε |
| Προστακτική | — | πρωιμοθέριζε / πρωιμοθέρισε | — | — | πρωιμοθερίζετε / πρωιμοθερίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →