χλωροθερίζω
•
- κυριολεκτικάθερίζω κάτι, ενώ είναι ακόμα χλωρό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χλωροθερίζω < χλωρός + -ο- + θερίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χλωροθερίζω | χλωροθερίζεις | χλωροθερίζει | χλωροθερίζουμε | χλωροθερίζετε | χλωροθερίζουν / χλωροθερίζουνε |
| Παρατατικός | χλωροθέριζα | χλωροθέριζες | χλωροθέριζε | χλωροθερίζαμε | χλωροθερίζατε | χλωροθέριζαν / χλωροθερίζαν / χλωροθερίζανε |
| Αόριστος | χλωροθέρισα | χλωροθέρισες | χλωροθέρισε | χλωροθερίσαμε | χλωροθερίσατε | χλωροθέρισαν / χλωροθερίσαν / χλωροθερίσανε |
| Μέλλοντας | θα χλωροθερίζω / θα χλωροθερίσω | θα χλωροθερίζεις / θα χλωροθερίσεις | θα χλωροθερίζει / θα χλωροθερίσει | θα χλωροθερίζουμε / θα χλωροθερίσουμε | θα χλωροθερίζετε / θα χλωροθερίσετε | θα χλωροθερίζουν / θα χλωροθερίζουνε / θα χλωροθερίσουν / θα χλωροθερίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω χλωροθερίσει | έχεις χλωροθερίσει | έχει χλωροθερίσει | έχουμε χλωροθερίσει | έχετε χλωροθερίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χλωροθερίσει | είχες χλωροθερίσει | είχε χλωροθερίσει | είχαμε χλωροθερίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χλωροθερίσει / να χλωροθερίζω / να χλωροθερίσω | να έχεις χλωροθερίσει / να χλωροθερίζεις / να χλωροθερίσεις | να έχει χλωροθερίσει / να χλωροθερίζει / να χλωροθερίσει | να έχουμε χλωροθερίσει / να χλωροθερίζουμε / να χλωροθερίσουμε | να έχετε χλωροθερίσει / να χλωροθερίζετε / να χλωροθερίσετε | να χλωροθερίζουν / να χλωροθερίζουνε / να χλωροθερίσουν / να χλωροθερίσουνε |
| Προστακτική | — | χλωροθέριζε / χλωροθέρισε | — | — | χλωροθερίζετε / χλωροθερίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →