Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρωτάθλημα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. αθλητισμόςσειρά αθλητικών αγώνων για να αναδειχθεί πρωταθλητής ή πρωταθλήτρια ομάδα Βικιλεξικό
  2. αθλητισμόςκατάκτηση της πρώτης θέσης σε αθλητικούς αγώνες σε ατομικό ή ομαδικό επίπεδο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρωτάθλημα < απόδοση για την αγγλική championship. Μορφολογικά αναλύεται σε πρωτ- + άθλημα.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπρωτάθλημαπρωταθλήματα
Γενικήπρωταθλήματοςπρωταθλημάτων
Αιτιατικήπρωτάθλημαπρωταθλήματα
Κλητικήπρωτάθλημαπρωταθλήματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →