πρωταθλητής
•
- αθλητισμόςο αθλητής ή η αθλητική ομάδα που έχει κερδίσει την πρώτη θέση σε αθλητική διοργάνωση Βικιλεξικό
- μεταφορικάπρωταγωνιστής, πρωτεργάτης, που έχει διακριθεί σε κάποιο τομέα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρωταθλητής (μαρτυρείται από το 1839) < πρωτ- + αθλητής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρωταθλητής | πρωταθλητές |
| Γενική | πρωταθλητή | πρωταθλητών |
| Αιτιατική | πρωταθλητή | πρωταθλητές |
| Κλητική | πρωταθλητή | πρωταθλητές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →