πρωτευουσιάνικος
•
- που έχει σχέση με τον πρωτευουσιάνο ή την πρωτεύουσα ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρωτευουσιάνικος < πρωτευουσιάνος + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πρωτευουσιάνικος | πρωτευουσιάνικη | πρωτευουσιάνικο |
| Γενική | πρωτευουσιάνικου | πρωτευουσιάνικης | πρωτευουσιάνικου |
| Αιτιατική | πρωτευουσιάνικο | πρωτευουσιάνικη | πρωτευουσιάνικο |
| Κλητική | πρωτευουσιάνικε | πρωτευουσιάνικη | πρωτευουσιάνικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πρωτευουσιάνικοι | πρωτευουσιάνικες | πρωτευουσιάνικα |
| Γενική | πρωτευουσιάνικων | πρωτευουσιάνικων | πρωτευουσιάνικων |
| Αιτιατική | πρωτευουσιάνικους | πρωτευουσιάνικες | πρωτευουσιάνικα |
| Κλητική | πρωτευουσιάνικοι | πρωτευουσιάνικες | πρωτευουσιάνικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →