Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρωτευουσιάνικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον πρωτευουσιάνο ή την πρωτεύουσα ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρωτευουσιάνικος < πρωτευουσιάνος + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρωτευουσιάνικοςπρωτευουσιάνικηπρωτευουσιάνικο
Γενικήπρωτευουσιάνικουπρωτευουσιάνικηςπρωτευουσιάνικου
Αιτιατικήπρωτευουσιάνικοπρωτευουσιάνικηπρωτευουσιάνικο
Κλητικήπρωτευουσιάνικεπρωτευουσιάνικηπρωτευουσιάνικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρωτευουσιάνικοιπρωτευουσιάνικεςπρωτευουσιάνικα
Γενικήπρωτευουσιάνικωνπρωτευουσιάνικωνπρωτευουσιάνικων
Αιτιατικήπρωτευουσιάνικουςπρωτευουσιάνικεςπρωτευουσιάνικα
Κλητικήπρωτευουσιάνικοιπρωτευουσιάνικεςπρωτευουσιάνικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →