πρωτεύουσα
•
- η πόλη στην οποία εδρεύει η κυβέρνηση μιας χώρας Βικιλεξικό
- η πόλη στην οποία εδρεύουν οι διοικητικές αρχές ενός νομού Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηπόλη που συγκεντρώνει τις σημαντικότερες δραστηριότητες για έναν τομέα Βικιλεξικό
- Λένε ότι το Μιλάνο είναι η οικονομική πρωτεύουσα της Ιταλίας
Ετυμολογία
πρωτεύουσα < θηλυκό του πρωτεύων, της μετοχής ενεστώτα του πρωτεύω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική capitale ή (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Hauptstadt)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρωτεύουσα | πρωτεύουσες |
| Γενική | πρωτευούσης / πρωτεύουσας | πρωτευουσών |
| Αιτιατική | πρωτεύουσα | πρωτεύουσες |
| Κλητική | πρωτεύουσα | πρωτεύουσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →