Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρωτεύω

ρήμα
•
  1. κατατάσσομαι (αξιολογικά) στην πρώτη θέση, έρχομαι πρώτος Βικιλεξικό
    • Πρωτεύει στη βαθμολογία / στα διαγώνισματα / στις εξετάσεις / στα μαθήματα.
  2. γ’ ενικόπρωτεύει: προέχει, είναι ιδιαίτερα σημαντικό Βικιλεξικό
    • Πρωτεύει το καθήκον προς την πατρίδα.
  3. απρόσωποπρωτεύει: είναι ιδιαίτερα σημαντικό Βικιλεξικό
    • Πρωτεύει να ολοκληρωθούν τα έργα

Ετυμολογία

πρωτεύω < αρχαία ελληνική πρωτεύω < πρῶτος + -εύω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπρωτεύωπρωτεύειςπρωτεύειπρωτεύουμεπρωτεύετεπρωτεύουν / πρωτεύουνε
Παρατατικόςπρώτευαπρώτευεςπρώτευεπρωτεύαμεπρωτεύατεπρωτεύαν / πρωτεύανε / πρώτευαν
Αόριστοςπρώτευσαπρώτευσεςπρώτευσεπρωτεύσαμεπρωτεύσατεπρωτεύσαν / πρωτεύσανε / πρώτευσαν
Μέλλονταςθα πρωτεύσω / θα πρωτεύωθα πρωτεύεις / θα πρωτεύσειςθα πρωτεύει / θα πρωτεύσειθα πρωτεύουμε / θα πρωτεύσουμεθα πρωτεύετε / θα πρωτεύσετεθα πρωτεύουν / θα πρωτεύουνε / θα πρωτεύσουν / θα πρωτεύσουνε
Παρακείμενοςέχω πρωτεύσειέχεις πρωτεύσειέχει πρωτεύσειέχουμε πρωτεύσειέχετε πρωτεύσει—
Υπερσυντέλικοςείχα πρωτεύσειείχες πρωτεύσειείχε πρωτεύσειείχαμε πρωτεύσει——
Υποτακτικήνα έχω πρωτεύσει / να πρωτεύσω / να πρωτεύωνα έχεις πρωτεύσει / να πρωτεύεις / να πρωτεύσειςνα έχει πρωτεύσει / να πρωτεύει / να πρωτεύσεινα έχουμε πρωτεύσει / να πρωτεύουμε / να πρωτεύσουμενα έχετε πρωτεύσει / να πρωτεύετε / να πρωτεύσετενα πρωτεύουν / να πρωτεύουνε / να πρωτεύσουν / να πρωτεύσουνε
Προστακτική—πρώτευε / πρώτευσε——πρωτεύετε / πρωτεύστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →