πρωτεύω
•
- κατατάσσομαι (αξιολογικά) στην πρώτη θέση, έρχομαι πρώτος Βικιλεξικό
- Πρωτεύει στη βαθμολογία / στα διαγώνισματα / στις εξετάσεις / στα μαθήματα.
- γ’ ενικόπρωτεύει: προέχει, είναι ιδιαίτερα σημαντικό Βικιλεξικό
- Πρωτεύει το καθήκον προς την πατρίδα.
- απρόσωποπρωτεύει: είναι ιδιαίτερα σημαντικό Βικιλεξικό
- Πρωτεύει να ολοκληρωθούν τα έργα
Ετυμολογία
πρωτεύω < αρχαία ελληνική πρωτεύω < πρῶτος + -εύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πρωτεύω | πρωτεύεις | πρωτεύει | πρωτεύουμε | πρωτεύετε | πρωτεύουν / πρωτεύουνε |
| Παρατατικός | πρώτευα | πρώτευες | πρώτευε | πρωτεύαμε | πρωτεύατε | πρωτεύαν / πρωτεύανε / πρώτευαν |
| Αόριστος | πρώτευσα | πρώτευσες | πρώτευσε | πρωτεύσαμε | πρωτεύσατε | πρωτεύσαν / πρωτεύσανε / πρώτευσαν |
| Μέλλοντας | θα πρωτεύσω / θα πρωτεύω | θα πρωτεύεις / θα πρωτεύσεις | θα πρωτεύει / θα πρωτεύσει | θα πρωτεύουμε / θα πρωτεύσουμε | θα πρωτεύετε / θα πρωτεύσετε | θα πρωτεύουν / θα πρωτεύουνε / θα πρωτεύσουν / θα πρωτεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πρωτεύσει | έχεις πρωτεύσει | έχει πρωτεύσει | έχουμε πρωτεύσει | έχετε πρωτεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πρωτεύσει | είχες πρωτεύσει | είχε πρωτεύσει | είχαμε πρωτεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πρωτεύσει / να πρωτεύσω / να πρωτεύω | να έχεις πρωτεύσει / να πρωτεύεις / να πρωτεύσεις | να έχει πρωτεύσει / να πρωτεύει / να πρωτεύσει | να έχουμε πρωτεύσει / να πρωτεύουμε / να πρωτεύσουμε | να έχετε πρωτεύσει / να πρωτεύετε / να πρωτεύσετε | να πρωτεύουν / να πρωτεύουνε / να πρωτεύσουν / να πρωτεύσουνε |
| Προστακτική | — | πρώτευε / πρώτευσε | — | — | πρωτεύετε / πρωτεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →