πρωτευουσιάνος
•
- κάτοικος της πρωτεύουσας ή καταγόμενος απ’ αυτή Βικιλεξικό
- ειρωνικόξιπασμένος, ψηλομύτης, χαρακτηριστικά ανθρώπου από την πρωτεύουσα που περιφρονεί και υποτιμά τους επαρχιώτες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρωτευουσιάνος < πρωτεύουσ(α) + -ιάνος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρωτευουσιάνος | πρωτευουσιάνοι |
| Γενική | πρωτευουσιάνου | πρωτευουσιάνων |
| Αιτιατική | πρωτευουσιάνο | πρωτευουσιάνους |
| Κλητική | πρωτευουσιάνε | πρωτευουσιάνοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →