πρωτότοκος
•
- που έχει γεννηθεί πρώτος στη σειρά, ο πιο μεγάλος, o μεγαλύτερος Βικιλεξικό
- 20ός/21ος αιώνας ⌘ Αύγουστος Κορτώ, 1979‑ Νεοελληνική Μυθολογία, αρχική δημοσίευση: (2016), εκδόσεις: Πατάκη, ISBN 9789601668079, @google.gr/books
- παρωχημένοπου φέρει το δικαίωμα των πρωτοτοκίων, πρωτογέννητος Βικιλεξικό
- που γεννά για πρώτη φορά Βικιλεξικό
- Στο πρώτο στάδιο του τοκετού διακρίνονται δύο φάσεις, η λανθάνουσα και η ενεργητική. Η λανθάνουσα φάση χαρακτηρίζεται από ήπιες ωδίνες της μήτρας και διαρκεί περίπου έξι ώρες στην πρωτότοκο και τέσσερις ώρες στην πολύτοκο. (Δυστοκία και μαιευτικές επιπλοκές κατά τον τοκετό ivf-embryo.gr, ανακτήθηκε στις 15/4/2023 https://www.ivf-embryo.gr/maieytikes-epiplokes)
Ετυμολογία
πρωτότοκος < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική πρῶτος + τόκος (< τίκτω). Μορφολογικά αναλύεται σε πρωτό- + -τοκος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πρωτότοκος | πρωτότοκη | πρωτότοκο |
| Γενική | πρωτότοκου | πρωτότοκης | πρωτότοκου |
| Αιτιατική | πρωτότοκο | πρωτότοκη | πρωτότοκο |
| Κλητική | πρωτότοκε | πρωτότοκη | πρωτότοκο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πρωτότοκοι | πρωτότοκες | πρωτότοκα |
| Γενική | πρωτότοκων | πρωτότοκων | πρωτότοκων |
| Αιτιατική | πρωτότοκους | πρωτότοκες | πρωτότοκα |
| Κλητική | πρωτότοκοι | πρωτότοκες | πρωτότοκα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →