πρόγνωση
•
- η πρόβλεψη της εξέλιξης μιας κατάστασης ή κάποιων γεγονότων, βάσει της σωστής εκτίμησης ορισμένων δεδομένων Βικιλεξικό
- ιατρικήη πρόβλεψη της εξέλιξης μιας ασθένειας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρόγνωση < αρχαία ελληνική πρόγνωσις < προγιγνώσκω < πρό + γιγνώσκω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρόγνωση | προγνώσεις |
| Γενική | πρόγνωσης | προγνώσεων |
| Αιτιατική | πρόγνωση | προγνώσεις |
| Κλητική | πρόγνωση | προγνώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →