πρόστυχος
•
- για ανθρώπουςχυδαίος, ανήθικος, ποταπός, χαμερπής Βικιλεξικό
- για λόγια ή ενέργειεςχυδαίος, υβριστικός, άσεμνος Βικιλεξικό
- για αντικείμεναφτηνό, μικρής αξίας και χαμηλής ποιότητας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
* πρόστυχος < αρχαία ελληνική προστυχής < προστυγχάνω < πρός + τυγχάνω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πρόστυχος | πρόστυχη | πρόστυχο |
| Γενική | πρόστυχου | πρόστυχης | πρόστυχου |
| Αιτιατική | πρόστυχο | πρόστυχη | πρόστυχο |
| Κλητική | πρόστυχε | πρόστυχη | πρόστυχο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πρόστυχοι | πρόστυχες | πρόστυχα |
| Γενική | πρόστυχων | πρόστυχων | πρόστυχων |
| Αιτιατική | πρόστυχους | πρόστυχες | πρόστυχα |
| Κλητική | πρόστυχοι | πρόστυχες | πρόστυχα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →