Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσχηματίζω

ρήμα
•
  1. σχηματίζω από πριν, εκ των προτέρων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προσχηματίζω < προ- + σχηματίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπροσχηματίζωπροσχηματίζειςπροσχηματίζειπροσχηματίζουμεπροσχηματίζετεπροσχηματίζουν / προσχηματίζουνε
Παρατατικόςπροσχημάτιζαπροσχημάτιζεςπροσχημάτιζεπροσχηματίζαμεπροσχηματίζατεπροσχημάτιζαν / προσχηματίζαν / προσχηματίζανε
Αόριστοςπροσχημάτισαπροσχημάτισεςπροσχημάτισεπροσχηματίσαμεπροσχηματίσατεπροσχημάτισαν / προσχηματίσαν / προσχηματίσανε
Μέλλονταςθα προσχηματίζω / θα προσχηματίσωθα προσχηματίζεις / θα προσχηματίσειςθα προσχηματίζει / θα προσχηματίσειθα προσχηματίζουμε / θα προσχηματίσουμεθα προσχηματίζετε / θα προσχηματίσετεθα προσχηματίζουν / θα προσχηματίζουνε / θα προσχηματίσουν / θα προσχηματίσουνε
Παρακείμενοςέχω προσχηματίσειέχεις προσχηματίσειέχει προσχηματίσειέχουμε προσχηματίσειέχετε προσχηματίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα προσχηματίσειείχες προσχηματίσειείχε προσχηματίσειείχαμε προσχηματίσει——
Υποτακτικήνα έχω προσχηματίσει / να προσχηματίζω / να προσχηματίσωνα έχεις προσχηματίσει / να προσχηματίζεις / να προσχηματίσειςνα έχει προσχηματίσει / να προσχηματίζει / να προσχηματίσεινα έχουμε προσχηματίσει / να προσχηματίζουμε / να προσχηματίσουμενα έχετε προσχηματίσει / να προσχηματίζετε / να προσχηματίσετενα προσχηματίζουν / να προσχηματίζουνε / να προσχηματίσουν / να προσχηματίσουνε
Προστακτική—προσχημάτιζε / προσχημάτισε——προσχηματίζετε / προσχηματίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →