προσχηματίζω
•
- σχηματίζω από πριν, εκ των προτέρων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσχηματίζω < προ- + σχηματίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προσχηματίζω | προσχηματίζεις | προσχηματίζει | προσχηματίζουμε | προσχηματίζετε | προσχηματίζουν / προσχηματίζουνε |
| Παρατατικός | προσχημάτιζα | προσχημάτιζες | προσχημάτιζε | προσχηματίζαμε | προσχηματίζατε | προσχημάτιζαν / προσχηματίζαν / προσχηματίζανε |
| Αόριστος | προσχημάτισα | προσχημάτισες | προσχημάτισε | προσχηματίσαμε | προσχηματίσατε | προσχημάτισαν / προσχηματίσαν / προσχηματίσανε |
| Μέλλοντας | θα προσχηματίζω / θα προσχηματίσω | θα προσχηματίζεις / θα προσχηματίσεις | θα προσχηματίζει / θα προσχηματίσει | θα προσχηματίζουμε / θα προσχηματίσουμε | θα προσχηματίζετε / θα προσχηματίσετε | θα προσχηματίζουν / θα προσχηματίζουνε / θα προσχηματίσουν / θα προσχηματίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω προσχηματίσει | έχεις προσχηματίσει | έχει προσχηματίσει | έχουμε προσχηματίσει | έχετε προσχηματίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προσχηματίσει | είχες προσχηματίσει | είχε προσχηματίσει | είχαμε προσχηματίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προσχηματίσει / να προσχηματίζω / να προσχηματίσω | να έχεις προσχηματίσει / να προσχηματίζεις / να προσχηματίσεις | να έχει προσχηματίσει / να προσχηματίζει / να προσχηματίσει | να έχουμε προσχηματίσει / να προσχηματίζουμε / να προσχηματίσουμε | να έχετε προσχηματίσει / να προσχηματίζετε / να προσχηματίσετε | να προσχηματίζουν / να προσχηματίζουνε / να προσχηματίσουν / να προσχηματίσουνε |
| Προστακτική | — | προσχημάτιζε / προσχημάτισε | — | — | προσχηματίζετε / προσχηματίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →