πτυχώνω
•
- σχηματίζω / δημιουργώ πτυχές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πτυχώνω < πτυχή + -ώνω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική plier)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πτυχώνω | πτυχώνεις | πτυχώνει | πτυχώνουμε | πτυχώνετε | πτυχώνουν / πτυχώνουνε |
| Παρατατικός | πτύχωνα | πτύχωνες | πτύχωνε | πτυχώναμε | πτυχώνατε | πτυχώναν / πτυχώνανε / πτύχωναν |
| Αόριστος | πτύχωσα | πτύχωσες | πτύχωσε | πτυχώσαμε | πτυχώσατε | πτυχώσαν / πτυχώσανε / πτύχωσαν |
| Μέλλοντας | θα πτυχώνω / θα πτυχώσω | θα πτυχώνεις / θα πτυχώσεις | θα πτυχώνει / θα πτυχώσει | θα πτυχώνουμε / θα πτυχώσουμε | θα πτυχώνετε / θα πτυχώσετε | θα πτυχώνουν / θα πτυχώνουνε / θα πτυχώσουν / θα πτυχώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πτυχώσει | έχεις πτυχώσει | έχει πτυχώσει | έχουμε πτυχώσει | έχετε πτυχώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πτυχώσει | είχες πτυχώσει | είχε πτυχώσει | είχαμε πτυχώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πτυχώσει / να πτυχώνω / να πτυχώσω | να έχεις πτυχώσει / να πτυχώνεις / να πτυχώσεις | να έχει πτυχώσει / να πτυχώνει / να πτυχώσει | να έχουμε πτυχώσει / να πτυχώνουμε / να πτυχώσουμε | να έχετε πτυχώσει / να πτυχώνετε / να πτυχώσετε | να πτυχώνουν / να πτυχώνουνε / να πτυχώσουν / να πτυχώσουνε |
| Προστακτική | — | πτύχωνε / πτύχωσε | — | — | πτυχώνετε / πτυχώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →