Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρηξικέλευθος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου αποτελεί σημαντική πρόοδο και ανοίγει νέους δρόμους σε ένα τομέα ανθρώπινης δραστηριότητας ή τρόπο σκέψης (επιστήμη, πολιτική, κοινωνία, οικονομία κ.α.) οριοθετώντας μία τομή σε σχέση με τα καθιερωμένα ή γνωστά έως την εμφάνισή του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ρηξικέλευθος < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ῥήγνυμι (ανοίγω) + θηλυκό ουσιαστικό: (η) κέλευθος (σημασία: δρόμος)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήρηξικέλευθοςρηξικέλευθηρηξικέλευθο
Γενικήρηξικέλευθουρηξικέλευθηςρηξικέλευθου
Αιτιατικήρηξικέλευθορηξικέλευθηρηξικέλευθο
Κλητικήρηξικέλευθερηξικέλευθηρηξικέλευθο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήρηξικέλευθοιρηξικέλευθεςρηξικέλευθα
Γενικήρηξικέλευθωνρηξικέλευθωνρηξικέλευθων
Αιτιατικήρηξικέλευθουςρηξικέλευθεςρηξικέλευθα
Κλητικήρηξικέλευθοιρηξικέλευθεςρηξικέλευθα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →