Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρολό

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μια επίπεδη επιφάνεια (π.χ. ένα κομμάτι χαρτί) τυλιγμένο έτσι ώστε να πάρει κυλινδρικό σχήμα Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: ρόλος (αρσενικό)
  2. γενικότεραοποιοδήποτε αντικείμενο κυλινδρικού σχήματος Βικιλεξικό
  3. γενικότεραοποιοδήποτε αντικείμενο κυλινδρικού σχήματος Βικιλεξικό
  4. γενικότεραοποιοδήποτε αντικείμενο κυλινδρικού σχήματος Βικιλεξικό
  5. προστατευτικό πλέγμα που τυλίγεται σε κύλινδρο για να ανεβοκατεβαίνει και χρησιμοποιείται για την προστασία καταστημάτων (και σπιτιών), μπροστά από τις εισόδους τους ή τα παράθυρα Βικιλεξικό
    • ρολά κουφωμάτων
    • Τα μικρομάγαζα είχαν κατεβάσει τα ρολά τους για το Ιφτάρ, το πρώτο γεύμα του Ραμαζανιού μετά τη δύση του ηλίου (Πέρσα Κουμούτση, Αλεξανδρινές φωνές στην οδό Λέψιους, εκδ. Μεταίχμιο, 2017)

Ετυμολογία

ρολό < :* για ρολό χαρτιού και κύλινδρο < (άμεσο δάνειο) γαλλική rouleau < rouler :* για το πλέγμα που ανεβοκατεβαίνει και για το ρολό των μαλλιών < (άμεσο δάνειο) βενετική rolo < γαλλική rouleau :* για τη συνταγή της μαγειρικής < λόγιο σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική rolled roast

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήρολόρολά
Γενικήρολούρολών
Αιτιατικήρολόρολά
Κλητικήρολόρολά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →