σέκτα
•
- θρησκείαθρησκευτική ή πολιτική ομάδα που χαρακτηρίζεται από δογματικές αντιλήψεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σέκτα < λατινική secta (οδός), θηλυκό του sectus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος sector < sequor < πρωτοϊταλική *sekʷōr < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sekʷ- (ακολουθώ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σέκτα | σέκτες |
| Γενική | σέκτας | σεκτών |
| Αιτιατική | σέκτα | σέκτες |
| Κλητική | σέκτα | σέκτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →