Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σαΐτα

/saˈi.ta/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το βέλος Βικιλεξικό
  2. το χάρτινο αεροπλανάκι που δημιουργείται από οποιοδήποτε παραλληλόγραμμο χαρτί, διπλώνοντάς το κατάλληλα Βικιλεξικό
  3. φίδιείδος πολύ γρήγορου, μικρού, μη δηλητηριώδους φιδιού (Platyceps najadum) Βικιλεξικό
  4. κάποιος πολύ γρήγορος (σαν σαΐτα) Βικιλεξικό
    • Σαΐτα ήταν ο Θανασάκης κι αν δεν έπεφτε εκεί μέσα στους Στύλους, ούτε που θα τον έπιανε. Ανελέητος ο κούτσαβος, τον γράπωσε και του 'σπασε το σβέρκο. (Ελένη Πριοβόλου, Όπως ήθελα να ζήσω, εκδ. Καστανιώτη, 2011)

Ετυμολογία

σαΐτα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σαΐτα < σαγίτα < λατινική sagitta (βέλος)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσαΐτασαΐτες
Γενικήσαΐταςσαϊτών
Αιτιατικήσαΐτασαΐτες
Κλητικήσαΐτασαΐτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →