σαΐτα
•
- το βέλος Βικιλεξικό
- το χάρτινο αεροπλανάκι που δημιουργείται από οποιοδήποτε παραλληλόγραμμο χαρτί, διπλώνοντάς το κατάλληλα Βικιλεξικό
- φίδιείδος πολύ γρήγορου, μικρού, μη δηλητηριώδους φιδιού (Platyceps najadum) Βικιλεξικό
- κάποιος πολύ γρήγορος (σαν σαΐτα) Βικιλεξικό
- Σαΐτα ήταν ο Θανασάκης κι αν δεν έπεφτε εκεί μέσα στους Στύλους, ούτε που θα τον έπιανε. Ανελέητος ο κούτσαβος, τον γράπωσε και του 'σπασε το σβέρκο. (Ελένη Πριοβόλου, Όπως ήθελα να ζήσω, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
Ετυμολογία
σαΐτα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σαΐτα < σαγίτα < λατινική sagitta (βέλος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαΐτα | σαΐτες |
| Γενική | σαΐτας | σαϊτών |
| Αιτιατική | σαΐτα | σαΐτες |
| Κλητική | σαΐτα | σαΐτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →