σαϊτιά
•
- λογοτεχνικόη εκτόξευση της σαΐτας Βικιλεξικό
- λογοτεχνικότο χτύπημα, το πλήγμα, το τραύμα που προκλήθηκε από σαΐτα Βικιλεξικό
- τα λόγια σου ήταν μια σαϊτιά στην καρδιά μου
- Στην ακροποταμιάν αλάφι ζωγραφίζει, που σκύφτει τα νερά να πιει, τα κρυσταλένια, και, ξάφνου, σαϊτιά στην πλάτη το λαβώνει
Ετυμολογία
σαϊτιά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σαϊτιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαϊτιά | σαϊτιές |
| Γενική | σαϊτιάς | σαϊτιών |
| Αιτιατική | σαϊτιά | σαϊτιές |
| Κλητική | σαϊτιά | σαϊτιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →