σημείωμα
•
- το κειμενάκι που μας πληροφορεί για κάποια θέματα ή μας τα υπενθυμίζει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σημείωμα < ελληνιστική κοινή σημείωμα < σημειόω / σημειῶ < αρχαία ελληνική σημεῖον < σῆμα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dʰyeh₂- (σημειώνω) ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική note)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σημείωμα | σημειώματα |
| Γενική | σημειώματος | σημειωμάτων |
| Αιτιατική | σημείωμα | σημειώματα |
| Κλητική | σημείωμα | σημειώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →