σημείωση
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σημειώνω, η καταγραφή κάποιων σκέψεων, ώστε να μπορούμε να τις θυμηθούμε αργότερα Βικιλεξικό
- Μάλιστα στο περιθώριο διασώζεται η παρακάτω ιδιόχειρη σημείωσή του: «Αυτό το βιβλίο το αγόρασα ένα δουκάτο το 1507 στη Βενετία. Albrecht Dürer». (Βυζάντιο-Βενετία-Νεώτερος ελληνισμός, μία περιπλάνηση στον κόσμο της ελληνικής επιστημονικής σκέψης. Πρακτικά συνεδρίου, Αθήνα 7-9 Νοεμβρίου 2003, 2004, σελ. 298)
Ετυμολογία
σημείωση < ελληνιστική κοινή σημείωσις < σημειόω / σημειῶ < αρχαία ελληνική σημεῖον < σῆμα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dʰyeh₂- (σημειώνω) ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική note)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σημείωση | σημειώσεις |
| Γενική | σημείωσης | σημειώσεων |
| Αιτιατική | σημείωση | σημειώσεις |
| Κλητική | σημείωση | σημειώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →