Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσημείωση

/pɾo.siˈmi.o.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η σημείωση από πριν, η τοποθέτηση σημαδιού πριν συμβεί κάτι Βικιλεξικό
    • Πριν μπει στο δωμάτιο έγινε προσημείωση όλων των χαρτονομισμάτων.
  2. νομικός όροςη προσημείωση υποθήκης, δηλαδή η καταγραφή στο υποθηκοφυλακείο ή άλλη αρμόδια υπηρεσία ότι ο ιδιοκτήτης έχει οικονομικές υποχρεώσεις απέναντι σε δανειστή Βικιλεξικό
    • Δε γίνεται να βάλουμε και δεύτερη προσημείωση στο σπίτι.

Ετυμολογία

προσημείωση < προ-σημείω(σις) > + -ση, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική prénotation hypothécaire. Διαφορετικό το ελληνιστικό προσημείωσις (πρόγωνση) < προσημειοῦμαι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπροσημείωσηπροσημειώσεις
Γενικήπροσημείωσηςπροσημειώσεων
Αιτιατικήπροσημείωσηπροσημειώσεις
Κλητικήπροσημείωσηπροσημειώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →