προσημείωση
•
- η σημείωση από πριν, η τοποθέτηση σημαδιού πριν συμβεί κάτι Βικιλεξικό
- Πριν μπει στο δωμάτιο έγινε προσημείωση όλων των χαρτονομισμάτων.
- νομικός όροςη προσημείωση υποθήκης, δηλαδή η καταγραφή στο υποθηκοφυλακείο ή άλλη αρμόδια υπηρεσία ότι ο ιδιοκτήτης έχει οικονομικές υποχρεώσεις απέναντι σε δανειστή Βικιλεξικό
- Δε γίνεται να βάλουμε και δεύτερη προσημείωση στο σπίτι.
Ετυμολογία
προσημείωση < προ-σημείω(σις) > + -ση, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική prénotation hypothécaire. Διαφορετικό το ελληνιστικό προσημείωσις (πρόγωνση) < προσημειοῦμαι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προσημείωση | προσημειώσεις |
| Γενική | προσημείωσης | προσημειώσεων |
| Αιτιατική | προσημείωση | προσημειώσεις |
| Κλητική | προσημείωση | προσημειώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →