σημειωτικός
•
- που έχει σχέση με τη σημειωτική / σημειολογία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σημειωτικός < σημειωτική + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σημειωτικός | σημειωτική | σημειωτικό |
| Γενική | σημειωτικού | σημειωτικής | σημειωτικού |
| Αιτιατική | σημειωτικό | σημειωτική | σημειωτικό |
| Κλητική | σημειωτικέ | σημειωτική | σημειωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σημειωτικοί | σημειωτικές | σημειωτικά |
| Γενική | σημειωτικών | σημειωτικών | σημειωτικών |
| Αιτιατική | σημειωτικούς | σημειωτικές | σημειωτικά |
| Κλητική | σημειωτικοί | σημειωτικές | σημειωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →