Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σημειωτόν

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η κίνηση των ποδιών που ανεβοκατεβαίνουν όπως στον βηματισμό, στο ίδιο όμως σημείο συνεχώς Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάγια να δηλωθεί απουσία εξέλιξης, προόδου σε μια διαδικασία Βικιλεξικό
    • η δουλειά προχωρούσε με βήμα σημειωτόν

Ετυμολογία

σημειωτόν < σημειώ-νω + -τόν (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική marquer le pas)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →