σημειωτόν
•
- η κίνηση των ποδιών που ανεβοκατεβαίνουν όπως στον βηματισμό, στο ίδιο όμως σημείο συνεχώς Βικιλεξικό
- μεταφορικάγια να δηλωθεί απουσία εξέλιξης, προόδου σε μια διαδικασία Βικιλεξικό
- η δουλειά προχωρούσε με βήμα σημειωτόν
Ετυμολογία
σημειωτόν < σημειώ-νω + -τόν (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική marquer le pas)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →