Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκαλίζω

ρήμα
•
  1. ανακατεύω την επιφάνεια του χώματος χρησιμοποιώντας, συνήθως, ειδικό εργαλείο Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραανακατεύω τα κάρβουνα ή τα ξύλα σε φωτιά Βικιλεξικό
    • σκαλίστε τη φωτιά από κάτω για δυναμώσει
  3. ειδικότεραψαχουλεύω με το δάχτυλό μου στο εσωτερικό της μύτης Βικιλεξικό
  4. ειδικότεραξύνω Βικιλεξικό
  5. κατ’ επέκτασησκάβω ελαφριά με τα πόδια Βικιλεξικό
  6. κατ’ επέκτασηανακατεύω πράγματα ψάχνωντας για κάτι Βικιλεξικό
  7. μεταφορικάπεριεργάζομαι κάποιο αντικειμένο Βικιλεξικό
    • κάποιος σκάλισε πάλι το φακό και δεν δουλεύει τώρα
    • Σα γάτα σκαρφάλωσε στην όρθια ξύλινη σκάλα της σοφίτας, κι εκεί, αφού σκάλισε σε όλες τις γωνιές, άνοιξε όλες τις αποθήκες (Πηνελόπη Δέλτα, Παραμύθι χωρίς όνομα, Κεφάλαιο Θ, 1910)
  8. χαράζω στην επιφάνεια κάποιου υλικού, σχέδια ή γράμματα Βικιλεξικό
    • έχουν σκαλίσει πάνω στον δέντρο μια καρδιά και τα αρχικά τους
  9. μεταφορικάερευνώ κάποιο θέμα με πιο λεπτομερή τρόπο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σκαλίζω < ελληνιστική κοινή σκαλίζω < αρχαία ελληνική σκάλλω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσκαλίζωσκαλίζειςσκαλίζεισκαλίζουμεσκαλίζετεσκαλίζουν / σκαλίζουνε
Παρατατικόςσκάλιζασκάλιζεςσκάλιζεσκαλίζαμεσκαλίζατεσκάλιζαν / σκαλίζαν / σκαλίζανε
Αόριστοςσκάλισασκάλισεςσκάλισεσκαλίσαμεσκαλίσατεσκάλισαν / σκαλίσαν / σκαλίσανε
Μέλλονταςθα σκαλίζω / θα σκαλίσωθα σκαλίζεις / θα σκαλίσειςθα σκαλίζει / θα σκαλίσειθα σκαλίζουμε / θα σκαλίσουμεθα σκαλίζετε / θα σκαλίσετεθα σκαλίζουν / θα σκαλίζουνε / θα σκαλίσουν / θα σκαλίσουνε
Παρακείμενοςέχω σκαλίσειέχεις σκαλίσειέχει σκαλίσειέχουμε σκαλίσει——
Υπερσυντέλικοςείχα σκαλίσειείχες σκαλίσειείχε σκαλίσειείχαμε σκαλίσει——
Υποτακτικήνα έχω σκαλίσει / να σκαλίζω / να σκαλίσωνα έχεις σκαλίσει / να σκαλίζεις / να σκαλίσειςνα έχει σκαλίσει / να σκαλίζει / να σκαλίσεινα έχουμε σκαλίσει / να σκαλίζουμε / να σκαλίσουμενα σκαλίζετε / να σκαλίσετενα σκαλίζουν / να σκαλίζουνε / να σκαλίσουν / να σκαλίσουνε
Προστακτική—έχε σκαλισμένο / σκάλιζε / σκάλισε——σκαλίζετε / σκαλίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →