σκαλίζω
•
- ανακατεύω την επιφάνεια του χώματος χρησιμοποιώντας, συνήθως, ειδικό εργαλείο Βικιλεξικό
- ειδικότεραανακατεύω τα κάρβουνα ή τα ξύλα σε φωτιά Βικιλεξικό
- σκαλίστε τη φωτιά από κάτω για δυναμώσει
- ειδικότεραψαχουλεύω με το δάχτυλό μου στο εσωτερικό της μύτης Βικιλεξικό
- ειδικότεραξύνω Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασησκάβω ελαφριά με τα πόδια Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηανακατεύω πράγματα ψάχνωντας για κάτι Βικιλεξικό
- μεταφορικάπεριεργάζομαι κάποιο αντικειμένο Βικιλεξικό
- κάποιος σκάλισε πάλι το φακό και δεν δουλεύει τώρα
- Σα γάτα σκαρφάλωσε στην όρθια ξύλινη σκάλα της σοφίτας, κι εκεί, αφού σκάλισε σε όλες τις γωνιές, άνοιξε όλες τις αποθήκες (Πηνελόπη Δέλτα, Παραμύθι χωρίς όνομα, Κεφάλαιο Θ, 1910)
- χαράζω στην επιφάνεια κάποιου υλικού, σχέδια ή γράμματα Βικιλεξικό
- έχουν σκαλίσει πάνω στον δέντρο μια καρδιά και τα αρχικά τους
- μεταφορικάερευνώ κάποιο θέμα με πιο λεπτομερή τρόπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκαλίζω < ελληνιστική κοινή σκαλίζω < αρχαία ελληνική σκάλλω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σκαλίζω | σκαλίζεις | σκαλίζει | σκαλίζουμε | σκαλίζετε | σκαλίζουν / σκαλίζουνε |
| Παρατατικός | σκάλιζα | σκάλιζες | σκάλιζε | σκαλίζαμε | σκαλίζατε | σκάλιζαν / σκαλίζαν / σκαλίζανε |
| Αόριστος | σκάλισα | σκάλισες | σκάλισε | σκαλίσαμε | σκαλίσατε | σκάλισαν / σκαλίσαν / σκαλίσανε |
| Μέλλοντας | θα σκαλίζω / θα σκαλίσω | θα σκαλίζεις / θα σκαλίσεις | θα σκαλίζει / θα σκαλίσει | θα σκαλίζουμε / θα σκαλίσουμε | θα σκαλίζετε / θα σκαλίσετε | θα σκαλίζουν / θα σκαλίζουνε / θα σκαλίσουν / θα σκαλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σκαλίσει | έχεις σκαλίσει | έχει σκαλίσει | έχουμε σκαλίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σκαλίσει | είχες σκαλίσει | είχε σκαλίσει | είχαμε σκαλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σκαλίσει / να σκαλίζω / να σκαλίσω | να έχεις σκαλίσει / να σκαλίζεις / να σκαλίσεις | να έχει σκαλίσει / να σκαλίζει / να σκαλίσει | να έχουμε σκαλίσει / να σκαλίζουμε / να σκαλίσουμε | να σκαλίζετε / να σκαλίσετε | να σκαλίζουν / να σκαλίζουνε / να σκαλίσουν / να σκαλίσουνε |
| Προστακτική | — | έχε σκαλισμένο / σκάλιζε / σκάλισε | — | — | σκαλίζετε / σκαλίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →