σκαμνί
•
- χαμηλό ξύλινο κάθισμα χωρίς στήριγμα για την πλάτη Βικιλεξικό
- πτυσσόμενο σκαμνί
- Ύστερα σηκώθηκε, ξαναγύρισε στο σκαμνί και χάιδεψε με τα δάχτυλα το όμορφο υφαντό που ήταν τυλιγμένο σαν ποδιά γύρω από τη λευκή καμινάδα. Ήταν η τελευταία μπουχαροποδιά που είχε υφάνει η μητέρα της. (Richard Romanus, Χρυσαλλίς, πρωτότυπος τίτλος Matoula’s Echo, μεταφράστρια Χλόη Ιωαννίδου, 2011 https://www.armidabooks.com/book/chrysallis/)
Ετυμολογία
σκαμνί < μεσαιωνική ελληνική σκαμνί(ον) < ελληνιστική κοινή σκάμνον < λατινική scamnum
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκαμνί | σκαμνιά |
| Γενική | σκαμνιού | σκαμνιών |
| Αιτιατική | σκαμνί | σκαμνιά |
| Κλητική | σκαμνί | σκαμνιά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →