σκατώνω
•
- χυδαίοαποτυγχάνω σε μια προσπάθειά μου, μπερδεύω κάτι Βικιλεξικό
- Και τώρα που τα σκάτωσες στις εξετάσεις; Που τον Σεπτέμβριο ο γιος των κουμπάρων θα μετακομίσει στην Ξάνθη —έκτος, παρακαλώ, επιτυχών στο Πολυτεχνείο!— και η κόρη των Αλβανών του ισογείου θα γραφτεί, άκουσον άκουσον, στην Παιδαγωγική; (www.thetoc.gr, 15.06.2021)
Ετυμολογία
σκατώνω < μεσαιωνική ελληνική σκατώνω < σκατό
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σκατώνω | σκατώνεις | σκατώνει | σκατώνουμε | σκατώνετε | σκατώνουν / σκατώνουνε |
| Παρατατικός | σκάτωνα | σκάτωνες | σκάτωνε | σκατώναμε | σκατώνατε | σκάτωναν / σκατώναν / σκατώνανε |
| Αόριστος | σκάτωσα | σκάτωσες | σκάτωσε | σκατώσαμε | σκατώσατε | σκάτωσαν / σκατώσαν / σκατώσανε |
| Μέλλοντας | θα σκατώνω / θα σκατώσω | θα σκατώνεις / θα σκατώσεις | θα σκατώνει / θα σκατώσει | θα σκατώνουμε / θα σκατώσουμε | θα σκατώνετε / θα σκατώσετε | θα σκατώνουν / θα σκατώνουνε / θα σκατώσουν / θα σκατώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σκατώσει | έχεις σκατώσει | έχει σκατώσει | έχουμε σκατώσει | έχετε σκατώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σκατώσει | είχες σκατώσει | είχε σκατώσει | είχαμε σκατώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σκατώσει / να σκατώνω / να σκατώσω | να έχεις σκατώσει / να σκατώνεις / να σκατώσεις | να έχει σκατώσει / να σκατώνει / να σκατώσει | να έχουμε σκατώσει / να σκατώνουμε / να σκατώσουμε | να έχετε σκατώσει / να σκατώνετε / να σκατώσετε | να σκατώνουν / να σκατώνουνε / να σκατώσουν / να σκατώσουνε |
| Προστακτική | — | σκάτωνε / σκάτωσε | — | — | σκατώνετε / σκατώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →