σκατό
•
- κοινή ονομασία του περιττώματος, του αποπατήματος ανθρώπου Βικιλεξικό
- κοινή ονομασία του περιττώματος, του αποπατήματος ζώου Βικιλεξικό
- μεταφορικάως ουσιαστικοποιημένο επίθετο χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει άτομα νεαρής ηλικίας Βικιλεξικό
- αυτό το παιδί είναι μια σταλιά σκατό και αντιμιλάει στους μεγάλους
Ετυμολογία
σκατό < μεσαιωνική ελληνική σκατόν < αρχαία ελληνική σκῶρ (γενική: του σκατός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκατό | σκατά |
| Γενική | σκατού | σκατών |
| Αιτιατική | σκατό | σκατά |
| Κλητική | σκατό | σκατά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →