σκηνογράφος
•
- θέατροπου επιμελείται τη σκηνογραφία, δηλαδή τη διακόσμηση μιας σκηνής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκηνογράφος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σκηνογράφος < αρχαία ελληνική σκην(ή) + -ο- + -γράφος (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική scénographe)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκηνογράφος | σκηνογράφοι |
| Γενική | σκηνογράφου | σκηνογράφων |
| Αιτιατική | σκηνογράφο | σκηνογράφους |
| Κλητική | σκηνογράφε | σκηνογράφοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →