σκηνογραφία
•
- θέατροη τέχνη της δημιουργίας του σκηνικού, εντός του οποίου παίζεται ένα θεατρικό ή κινηματογραφικό έργο Βικιλεξικό
- Ο σκηνοθέτης (…) εκμεταλλεύεται όλους τους χώρους —εσωτερικούς και εξωτερικούς— του πύργου, κυκλικά. Άλλωστε η αλληλεπίδραση «χώρου–τέχνης» είναι η θεματική που διατρέχει φέτος τη «ραχοκοκαλιά» του Φεστιβάλ Νάξου. «Εμείς, λοιπόν, κρατάμε τη σχέση του ζευγαριού, όπως είχε δομηθεί στο αναλόγιο του Εθνικού Θεάτρου —όπου πρωτοπαρουσιάστηκε το "Balance" φέτος— αλλά προσαρμόζουμε το έργο στη φυσική σκηνογραφία του πύργου, με μια κυκλική αντιμετώπιση». (εφ. Ελευθεροτυπία, 13.08.2009)
- κατ’ επέκτασητο σκηνικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκηνογραφία < αρχαία ελληνική σκηνογραφία < σκην(ή) + -ο- + -γραφία < γράφω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική scénographie)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκηνογραφία | σκηνογραφίες |
| Γενική | σκηνογραφίας | σκηνογραφιών |
| Αιτιατική | σκηνογραφία | σκηνογραφίες |
| Κλητική | σκηνογραφία | σκηνογραφίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →