σκηνογραφώ
•
- κάνω σκηνογραφίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκηνογραφώ < ελληνιστική κοινή σκηνογραφέω / σκηνογραφῶ< αρχαία ελληνική σκηνή + γράφω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική scénographier)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σκηνογραφώ | σκηνογραφείς | σκηνογραφεί | σκηνογραφούμε | σκηνογραφείτε | σκηνογραφούν / σκηνογραφούνε |
| Παρατατικός | σκηνογραφούσα | σκηνογραφούσες | σκηνογραφούσε | σκηνογραφούσαμε | σκηνογραφούσατε | σκηνογραφούσαν / σκηνογραφούσανε |
| Αόριστος | σκηνογράφησα | σκηνογράφησες | σκηνογράφησε | σκηνογραφήσαμε | σκηνογραφήσατε | σκηνογράφησαν / σκηνογραφήσαν / σκηνογραφήσανε |
| Μέλλοντας | θα σκηνογραφήσω / θα σκηνογραφώ | θα σκηνογραφήσεις / θα σκηνογραφείς | θα σκηνογραφήσει / θα σκηνογραφεί | θα σκηνογραφήσουμε / θα σκηνογραφούμε | θα σκηνογραφήσετε / θα σκηνογραφείτε | θα σκηνογραφήσουν / θα σκηνογραφήσουνε / θα σκηνογραφούν / θα σκηνογραφούνε |
| Παρακείμενος | έχω σκηνογραφήσει | έχεις σκηνογραφήσει | έχει σκηνογραφήσει | έχουμε σκηνογραφήσει | έχετε σκηνογραφήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σκηνογραφήσει | είχες σκηνογραφήσει | είχε σκηνογραφήσει | είχαμε σκηνογραφήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σκηνογραφήσει / να σκηνογραφήσω / να σκηνογραφώ | να έχεις σκηνογραφήσει / να σκηνογραφήσεις / να σκηνογραφείς | να έχει σκηνογραφήσει / να σκηνογραφήσει / να σκηνογραφεί | να έχουμε σκηνογραφήσει / να σκηνογραφήσουμε / να σκηνογραφούμε | να έχετε σκηνογραφήσει / να σκηνογραφήσετε / να σκηνογραφείτε | να σκηνογραφήσουν / να σκηνογραφήσουνε / να σκηνογραφούν / να σκηνογραφούνε |
| Προστακτική | — | σκηνογράφει / σκηνογράφησε | — | — | σκηνογραφήστε / σκηνογραφείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →