Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκιαγραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη σκιαγραφία / σκιαγράφηση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. φαρμακευτικήπου έχει σχέση με το σκιαγραφικό ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
  3. ουσιαστικοποιημένοσκιαγραφικό: (φαρμακευτική) ουσία που λαμβάνεται από ασθενή, για να διευκολυνθεί η απεικονιστική εξέταση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σκιαγραφικός < σκιαγραφία / σκιαγραφώ + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκιαγραφικόςσκιαγραφικήσκιαγραφικό
Γενικήσκιαγραφικούσκιαγραφικήςσκιαγραφικού
Αιτιατικήσκιαγραφικόσκιαγραφικήσκιαγραφικό
Κλητικήσκιαγραφικέσκιαγραφικήσκιαγραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκιαγραφικοίσκιαγραφικέςσκιαγραφικά
Γενικήσκιαγραφικώνσκιαγραφικώνσκιαγραφικών
Αιτιατικήσκιαγραφικούςσκιαγραφικέςσκιαγραφικά
Κλητικήσκιαγραφικοίσκιαγραφικέςσκιαγραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →