σκιαγραφικός
•
- που έχει σχέση με τη σκιαγραφία / σκιαγράφηση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- φαρμακευτικήπου έχει σχέση με το σκιαγραφικό ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοσκιαγραφικό: (φαρμακευτική) ουσία που λαμβάνεται από ασθενή, για να διευκολυνθεί η απεικονιστική εξέταση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκιαγραφικός < σκιαγραφία / σκιαγραφώ + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σκιαγραφικός | σκιαγραφική | σκιαγραφικό |
| Γενική | σκιαγραφικού | σκιαγραφικής | σκιαγραφικού |
| Αιτιατική | σκιαγραφικό | σκιαγραφική | σκιαγραφικό |
| Κλητική | σκιαγραφικέ | σκιαγραφική | σκιαγραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σκιαγραφικοί | σκιαγραφικές | σκιαγραφικά |
| Γενική | σκιαγραφικών | σκιαγραφικών | σκιαγραφικών |
| Αιτιατική | σκιαγραφικούς | σκιαγραφικές | σκιαγραφικά |
| Κλητική | σκιαγραφικοί | σκιαγραφικές | σκιαγραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →