σκιαγραφία
•
- ζωγραφικήτεχνική στη ζωγραφική ή τη σχεδίαση που χρησιμοποιεί τη φωτοσκίαση, για να αποδώσει των όγκο των αντικειμένων, των σωμάτων και του περιβάλλοντος χώρου Βικιλεξικό
- ζωγραφικήζωγραφική απεικόνιση αντικειμένων, πραγμάτων, προσώπων κ.λπ. με αδρές γραμμές και τρόπο σχετικά πρόχειρο, χωρίς λεπτομέρειες Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηγενική θεώρηση ή περιγραφή μιας κατάστασης, ενός θέματος κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκιαγραφία < αρχαία ελληνική σκιαγραφία < σκιά + γράφω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκιαγραφία | σκιαγραφίες |
| Γενική | σκιαγραφίας | σκιαγραφιών |
| Αιτιατική | σκιαγραφία | σκιαγραφίες |
| Κλητική | σκιαγραφία | σκιαγραφίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →