σκληροκαρδία
•
- η ιδιότητα του σκληρόκαρδου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκληροκαρδία < ελληνιστική κοινή σκληροκαρδία < αρχαία ελληνική σκληρός (σκληρο-) + καρδία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκληροκαρδία | σκληροκαρδίες |
| Γενική | σκληροκαρδίας | σκληροκαρδιών |
| Αιτιατική | σκληροκαρδία | σκληροκαρδίες |
| Κλητική | σκληροκαρδία | σκληροκαρδίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →