σουλουπώνω
•
- φροντίζω κάποιον ή κάτι ώστε να βελτιωθεί η εξωτερική του εμφάνιση Βικιλεξικό
- Τον πήγανε στα μαγαζιά να αγοράσει καινούρια ρούχα, να τον σουλουπώσουνε κάπως.
- Το αρχικό κείμενο του άρθρου είχε πολλές ασυνταξίες, αλλά μετά από πολλή δουλειά κάπως το σουλούπωσε ο διορθωτής.
- Σουλουπώσου λίγο! Χτένισε τα μαλλιά σου! Βάλε και λίγο κραγιονάκι...
Ετυμολογία
σουλουπώνω < σουλούπ(ι) + -ώνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σουλουπώνω | σουλουπώνεις | σουλουπώνει | σουλουπώνουμε | σουλουπώνετε | σουλουπώνουν / σουλουπώνουνε |
| Παρατατικός | σουλούπωνα | σουλούπωνες | σουλούπωνε | σουλουπώναμε | σουλουπώνατε | σουλουπώναν / σουλουπώνανε / σουλούπωναν |
| Αόριστος | σουλούπωσα | σουλούπωσες | σουλούπωσε | σουλουπώσαμε | σουλουπώσατε | σουλουπώσαν / σουλουπώσανε / σουλούπωσαν |
| Μέλλοντας | θα σουλουπώνω / θα σουλουπώσω | θα σουλουπώνεις / θα σουλουπώσεις | θα σουλουπώνει / θα σουλουπώσει | θα σουλουπώνουμε / θα σουλουπώσουμε | θα σουλουπώνετε / θα σουλουπώσετε | θα σουλουπώνουν / θα σουλουπώνουνε / θα σουλουπώσουν / θα σουλουπώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σουλουπώσει | έχεις σουλουπώσει | έχει σουλουπώσει | έχουμε σουλουπώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σουλουπώσει | είχες σουλουπώσει | είχε σουλουπώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σουλουπώσει / να σουλουπώνω / να σουλουπώσω | να έχεις σουλουπώσει / να σουλουπώνεις / να σουλουπώσεις | να έχει σουλουπώσει / να σουλουπώνει / να σουλουπώσει | να έχουμε σουλουπώσει / να σουλουπώνουμε / να σουλουπώσουμε | να σουλουπώνετε / να σουλουπώσετε | να σουλουπώνουν / να σουλουπώνουνε / να σουλουπώσουν / να σουλουπώσουνε |
| Προστακτική | — | σουλούπωνε / σουλούπωσε | — | — | σουλουπώνετε / σουλουπώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σουλουπώθηκασουλουπώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →