Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σουλουπώνω

/su.luˈpo.no/ρήμα
•
  1. φροντίζω κάποιον ή κάτι ώστε να βελτιωθεί η εξωτερική του εμφάνιση Βικιλεξικό
    • Τον πήγανε στα μαγαζιά να αγοράσει καινούρια ρούχα, να τον σουλουπώσουνε κάπως.
    • Το αρχικό κείμενο του άρθρου είχε πολλές ασυνταξίες, αλλά μετά από πολλή δουλειά κάπως το σουλούπωσε ο διορθωτής.
    • Σουλουπώσου λίγο! Χτένισε τα μαλλιά σου! Βάλε και λίγο κραγιονάκι...

Ετυμολογία

σουλουπώνω < σουλούπ(ι) + -ώνω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσουλουπώνωσουλουπώνειςσουλουπώνεισουλουπώνουμεσουλουπώνετεσουλουπώνουν / σουλουπώνουνε
Παρατατικόςσουλούπωνασουλούπωνεςσουλούπωνεσουλουπώναμεσουλουπώνατεσουλουπώναν / σουλουπώνανε / σουλούπωναν
Αόριστοςσουλούπωσασουλούπωσεςσουλούπωσεσουλουπώσαμεσουλουπώσατεσουλουπώσαν / σουλουπώσανε / σουλούπωσαν
Μέλλονταςθα σουλουπώνω / θα σουλουπώσωθα σουλουπώνεις / θα σουλουπώσειςθα σουλουπώνει / θα σουλουπώσειθα σουλουπώνουμε / θα σουλουπώσουμεθα σουλουπώνετε / θα σουλουπώσετεθα σουλουπώνουν / θα σουλουπώνουνε / θα σουλουπώσουν / θα σουλουπώσουνε
Παρακείμενοςέχω σουλουπώσειέχεις σουλουπώσειέχει σουλουπώσειέχουμε σουλουπώσει——
Υπερσυντέλικοςείχα σουλουπώσειείχες σουλουπώσειείχε σουλουπώσει———
Υποτακτικήνα έχω σουλουπώσει / να σουλουπώνω / να σουλουπώσωνα έχεις σουλουπώσει / να σουλουπώνεις / να σουλουπώσειςνα έχει σουλουπώσει / να σουλουπώνει / να σουλουπώσεινα έχουμε σουλουπώσει / να σουλουπώνουμε / να σουλουπώσουμενα σουλουπώνετε / να σουλουπώσετενα σουλουπώνουν / να σουλουπώνουνε / να σουλουπώσουν / να σουλουπώσουνε
Προστακτική—σουλούπωνε / σουλούπωσε——σουλουπώνετε / σουλουπώστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

σουλουπώθηκασουλουπώνομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →