σουρουπώνει
•
- αρχίζει να πέφτει το σκοτάδι, να νυχτώνει Βικιλεξικό
- Καὶ τώρα, ποῦ νὰ πάω;… Σὰν ἔρθ᾽ ὁ πατέρας σου;… Βασίλεψ᾽ ὁ ἥλιος… σουρούπωσε… θὰ νυχτώσῃ. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Φόνισσα, Κεφάλαιο ΙΑ΄, 1903)
Ετυμολογία
σουρουπώνει < (άμεσο δάνειο) αρωμουνική suare apune (< λατινική sero < serus) + (< λατινική apponere < appono < pono) (άλλη εκδοχή: < σούρουπο < * σύρρυπο < συν + ρύπος)
Άλλοι τύποι
σουρουπώσεισουρούπωνεσουρούπωσε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →