Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σούρουπο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η ώρα της μέρας που αρχίζει να πέφτει το σκοτάδι Βικιλεξικό
    • 1899 Λορέντζος Μαβίλης, Λήθη (απόσπασμα ※ @ebooks.edu.gr)
    • Βρήκαμε ένα φούρνο που έψηνε τις παραδοσιακές πίτες που όσοι τηρούν τη νηστεία του Ραμαζανιού τρώνε στο ιφτάρ, το γεύμα που παίρνεται στο σούρουπο, μόλις η νηστεία λάβει τέλος. (Αλέξανδρος Μασσαβέτας, Κωνσταντινούπολη. Η πόλη των απόντων, εκδ. Πατάκης, 2016)

Ετυμολογία

σούρουπο < σουρουπώνει + -ο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσούρουποσούρουπα
Γενικήσούρουπουσούρουπων
Αιτιατικήσούρουποσούρουπα
Κλητικήσούρουποσούρουπα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →